Μιλώντας στα παιδιά για τα γηρατειά για την απώλεια

Γράφει η CretaMum Χριστίνα

Ήμουν πολύ τυχερή που ο παππούς και οι γιαγιάδες μου ήταν νέοι και υγιείς κι έτσι τους ευχαριστήθηκα κατά τη διάρκεια όλης της παιδικής μου ηλικίας και σε ένα μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής μου. Πολλά όμως παιδιά, όπως η Σοφία, έχουν παππού ή γιαγιά ηλικιωμένους. Πώς τους μαθαίνουμε όχι μόνο να σέβονται, αλλά και να δείχνουν αγάπη και τρυφερότητα στους ηλικιωμένους; Πώς τους εξηγούμε γιατί οι άνθρωποι γερνούν, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν;

Ερωτήματα που κι εγώ κλήθηκα να απαντήσω καθώς, πριν από ένα χρόνο περίπου, ο παππούς της Σοφίας και πατέρας μου αρρώστησε, σταδιακά χειροτέρευε και τελικά πέθανε. Από ένστικτο της έλεγα από την αρχή την αλήθεια – παραλείποντας φυσικά λεπτομέρειες όχι κατάλληλες για την ηλικία της. Τονίζω το «από την αρχή». Διαπίστωσα ότι έτσι η Σοφία είχε το χρόνο να προετοιμαστεί και να αναπτύξει μηχανισμούς για να διαχειριστεί το άγχος, τη θλίψη ή και το θυμό της, ακριβώς όπως συμβαίνει και σε εμάς τους ενήλικες.

Παράλληλα μας χάρισαν δύο σχετικά παιδικά βιβλία. Το πρώτο λέγεται «Το νησί του παππού» του Benji Davies (εκδ. Ίκαρος). Ένα αγοράκι, ο Σιντ, και ο παππούς του ξεκινούν να κάνουν μαζί ένα ταξίδι με προορισμό ένα εξωτικό νησί. Περνούν πολύ όμορφα εκεί, αλλά όταν έρχεται η ώρα της επιστροφής, ο παππούς ανακοινώνει στο Σιντ ότι δε θα γυρίσει μαζί του, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα είναι ευτυχισμένος στο νησί.

Πρόκειται για μια τρυφερή ιστορία με πανέμορφη εικονογράφηση που μιλά με τρόπο συμβολικό για την απώλεια. Βέβαια το πιθανότερο είναι ότι δε θα αποφύγετε ερωτήσεις σχετικά με το θάνατο. Η Σοφία γρήγορα άρχισε να αναρωτιέται γιατί ο Σιντ και ο παππούς του δε θα ξανασυναντηθούν ποτέ, γιατί οι πεθαμένοι δεν ξαναζωντανεύουν και να μιλά για τον δικό της παππού. Νομίζω όμως αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο: να δοθεί δηλαδή η αφορμή για να μια συζήτηση που ούτε το παιδί, αλλά ίσως ούτε εμείς ξέρουμε πώς να ξεκινήσουμε. Το πώς θα απαντήσουμε σε τέτοια ερωτήματα εξαρτάται από τις δικές μας πεποιθήσεις, αν π.χ. πιστεύουμε σε κάποιου είδους ζωή μετά το θάνατο ή ότι εμείς κρατάμε ζωντανή τη μνήμη των ανθρώπων που έφυγαν. Εγώ απλά θα σας συμβούλευα -αν μου επιτρέπεται- να μην πείτε κάτι στο παιδί το οποίο εσείς δεν πιστεύετε.

Το δεύτερο βιβλίο λέγεται «Γιαγιά, σ’ αγαπώ» της Μάρως Θεοδωράκη (εκδ. Μίνωας). Μιλά για τη στενή σχέση που έχει ένα κοριτσάκι με τη γιαγιά του και για τα όμορφα πράγματα που κάνουν μαζί. Ξαφνικά, όμως, η γιαγιά αρχίζει να ξεχνά, να χάνει σιγά-σιγά το μυαλό και τον εαυτό της και να χρειάζεται φροντίδα.

Δεν έχει σημασία αν δεν υπάρχει ανάλογο περιστατικό άνοιας στη δική μας ή στη δική σας οικογένεια. Σημασία έχει να βοηθήσουμε τα παιδιά να κατανοήσουν ότι, καθώς ο παππούς κι η γιαγιά γερνούν, μπορεί να μην κάνουν τα ίδια πράγματα ή να μην είναι πια τόσο «διασκεδαστικοί» όσο παλαιότερα. Παραμένουν όμως οι ίδιοι άνθρωποι που μεγάλωσαν τους γονείς τους, που και στα εγγόνια τους πρόσφεραν όσα μπορούσαν και ότι τώρα έχουν περισσότερη ανάγκη τη φροντίδα μας από ότι εμείς τη δική τους. Μέσα από αυτή και ανάλογες ιστορίες και τις συζητήσεις που προκύπτουν, συνειδητοποιούμε ακόμα και εμείς οι ενήλικες ότι πρέπει να σεβόμαστε όλους τους ηλικιωμένους και όχι μόνο στους δικούς μας συγγενείς. Κι έτσι, την επόμενη φορά, θα δείξουμε μεγαλύτερη κατανόηση στον «παράξενο» ηλικιωμένο γείτονα, θα κάνουμε υπομονή όσο η ηλικιωμένη κυρία μπροστά μας στην ουρά του σούπερ μάρκετ μετράει τα χρήματά της ή βάζει τα ψώνια της στις σακούλες και -γιατί όχι;- θα τη βοηθήσουμε να τις κουβαλήσει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *